Image and video hosting by TinyPic
Image and video hosting by TinyPic
Image and video hosting by TinyPic
Image and video hosting by TinyPic

Κυριακή, Ιουλίου 23, 2023

ΠΡΕΒΕΖΑ: Η Αγία Παρασκευή, γράφει ο Λεωνίδας Κακιούζης


Ο Βίος, το έργο, τα βασανιστήρια, τα θαύματα 
και η βράβευσή Της

Παρότι το παρουσιαστικό της ήταν ιδιαίτερα θελκτικό και πολλοί έμποροι της πόλης είχαν ζητήσει την όμορφη Παρασκευή σε γάμο, αυτή αρνείτο. Προτιμούσε τη διακονία των γονιών της και των φτωχών της γειτονιάς, την προσήλωση στην προσευχή και τη μελέτη των Γραφών. Σε ηλικία 20 ετών, η Παρασκευή έχασε και τους δυο γονείς της. Αυτό στάθηκε σημαντικός παράγοντας στην εξέλιξη της πορείας της, για να πραγματοποιήσει το φιλανθρωπικό και ιεραποστολικό έργο, που ποθούσε.

Όπως και πριν, πολλαπλασιάστηκαν οι προτάσεις γάμου εκ μέρους πολλών νέων αντρών. Έτσι πούλησε όλη την περιουσία της, αποδίδοντας τα έσοδα στους φτωχούς, χρηματοδότησε την κατασκευή ιδρύματος για άπορες οικογένειες της Ρώμης και αφιέρωσε το χρόνο της στην ανακούφιση των ασθενών. Δόθηκε αποκλειστικά στην ιεραποστολή διδάσκοντας σε σπίτια γυναίκες, παιδιά, διακονώντας αδυνάτους. Πλησίαζε κυρίως νέες γυναίκες, προκαλούσε συζητήσεις, μιλούσε για το Χριστό, το παράδειγμά Του. Αυτό το ευαγγελικό έργο τής Παρασκευής έφτασε στα αυτιά του αυτοκράτορα Αντωνίνου, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί ενώπιόν του. Η σεμνή και όμορφη εμφάνισή της, λέγεται πως τον εντυπωσίασε. Αλλά η σύνεσής της, το θάρρος και η διαύγεια του πνεύματος, έγιναν αντιληπτά από τον Αντωνίνο, ο οποίος δεν ήθελε να εφαρμόσει τα μέτρα του Ρωμαϊκού Νόμου σε βάρος της, όπως όριζαν για τους χριστιανούς. Δοκίμασε πολλούς μεθόδους ιδιαίτερα κολακευτικές για γυναίκα, αλλά εκείνη έμεινε αμετακίνητη στη θέση της.

Στα κολακευτικά του λόγια απάντησε η Παρασκευή: «Μη νομίσεις, αυτοκράτορα, ότι με τις κολακείες αυτές ή με παρόμοιους φοβερισμούς θα αρνηθώ τον γλυκύτατό μου Ιησού Χριστό, διότι δεν υπάρχει κανένας βασανισμός, ούτε τιμωρία, ούτε παιδεμός, που να με χωρίσει από την αγάπη του».

Η ίδια αφιέρωσε ολοκληρωτικά τον εαυτό της στην προσευχή, την ελεημοσύνη, τη διάδοση των αληθειών της χριστιανικής πίστης. Πολλοί από τους ειδωλολάτρες, που την άκουγαν προσελκύονταν στην χριστιανική πίστη, απαρνούμενοι τα είδωλα.



Το μαρτύριο της

Αυτό όμως, όπως ήταν φυσικό, προκάλεσε την οργή και το φθόνο των φανατικών εθνικών και των Ιουδαίων, οι οποίοι έσπευσαν να καταγγείλουν το γεγονός στον αυτοκράτορα Αντωνίνο, λέγοντας του ότι «κάποια γυναίκα, που λέγεται Παρασκευή, κηρύττει τον Ιησού, τον Υιό της Μαρίας» και υποστηρίζει πως «αυτός είναι μόνος Θεός αληθινός».

Η Παρασκευή συνελήφθη και οδηγήθηκε σε τιμωρία βασανισμού μέχρι να αποκηρύξει το χριστιανισμό. Εν συνεχεία και αφού δεν λύγισε, ρίχτηκε στην απομόνωση. Αυτή όμως αντί να λυγίσει, θεώρησε ευκαιρία την απομόνωση για προσευχή. Μάλιστα το βράδυ άγγελος Κυρίου ενεφανίσθη ενώπιόν της ελευθερώνοντάς την από τα δεσμά. Η Παρασκευή τις επόμενες μέρες μπροστά στον Αντωνίνο ενεφανίσθη πάλι σταθερή στην πίστη της. Ο Αντωνίνος κατάλαβε πλέον το μάταιο της προσπάθειάς του και διέταξε βασανισμό μέχρι θανάτου. Πύρωσαν μέσα σε δυνατή φωτιά μια σιδερένια περικεφαλαία. Όταν αυτή κοκκίνισε την τοποθέτησαν στο κεφάλι της αθλήτριας του Χριστού. Ο Κύριος όμως έκανε το θαύμα του και την προστάτεψε.

Τότε πολλοί ειδωλολάτρες που είδαν το θαύμα αυτό πίστεψαν στο Χριστό και ομολόγησαν την αλλαγή τους αυτή, μπροστά στο αυτοκράτορα. Ο οποίος και εξαιρετικά θυμωμένος διέταξε να τους αποκεφαλίσουν. Τη δε Παρασκευή να κλείσουν σε φυλακή.

Ο Συναξαριστής της αναφέρει ότι γύρω στα μεσάνυχτα εμφανίσθηκε μπροστά στην Αγία, άγγελος Κυρίου. Κρατούσε στα χέρια του φωτεινό σταυρό, κάλαμο, σπόγγο και στεφάνι και είπε προς αυτήν: «Χαίρε, Παρασκευή, αθλοφόρε τού Κυρίου!

Μη φοβάσαι τα βασανιστήρια τού αυτοκράτορα. Διότι ο Κύριος πού καταδέχθηκε να σταυρωθεί για τη σωτηρία των ανθρώπων, θα είναι βοηθός και θα σε λυτρώσει από κάθε μελλοντική δοκιμασία σου». Αυτά της είπε ο άγγελος κι αφού την έλυσε από τα δεσμά πέταξε στους ουρανούς. Η δε Παρασκευή γεμάτη θάρρος και γαλήνη στην καρδιά της, συνέχισε να υμνεί και να δοξολογεί τον Κύριο και Θεό της.

Την επόμενη μέρα ο αυτοκράτορας δίνει εντολή να κρεμάσουν την Παρασκευή από τα μαλλιά της σ’ ένα όρθιο ξύλο και με λαμπάδες αναμμένες να καίνε τις μασχάλες και άλλα μέλη του σώματος της. Όμως ο Ιησούς Χριστός τη διαφύλαξε σώα και αβλαβή. Εκείνη προσευχόταν, ενώ ελεεινολογούσε τους ψεύτικους θεούς των ειδωλολατρών.

Το Θαύμα που την ανέδειξε προστάτιδα των ματιών

Βλέποντας αυτά διέταξε λοιπόν να βράσουν σε ένα μεγάλο καζάνι λάδι και πίσσα και να ρίξουν μέσα την Παρασκευή. Και πάλι όμως η παντοδύναμη πρόνοια του Θεού την λύτρωσε. Απορημένος ο αυτοκράτορας δεν πίστευε στα μάτια του. Πλησίασε λοιπόν στο καζάνι και απευθυνόμενος στη μάρτυρα του Χριστού, της είπε: «Ράντισε με, με το λάδι αυτό, για να διαπιστώσω αν πραγματικά είναι καυτό, όπως και η πίσσα. Γιατί νομίζω, ότι βλέπω κάτι που μοιάζει με φαντασία, αφού δεν κατακαίεσαι».

Η αγία Παρασκευή συμμορφώθηκε και με τη χούφτα της έριξε στο πρόσωπό του λάδι και πίσσα. Αμέσως ο βασιλιάς έχασε το φως των ματιών του. Πανικοβλημένος φώναξε δυνατά: «Ελέησον μέ, δούλη τού αληθινού Θεού, καί δός μοί τό φώς τών οφθαλμών μου, καί πιστεύσω εις τόν Θεόν, όν σύ κηρύττεις».

Πράγματι, η αγία Παρασκευή προσευχήθηκε στο Σωτήρα Χριστό. Ο Αντωνίνος πίστεψε, ξαναβρήκε το χαμένο φως και μαζί μ’ αυτόν αρκετοί αξιωματούχοι της Ρώμης προσχώρησαν στη χριστιανική πίστη, όπως αναφέρει η Παράδοση.

Έκτοτε η μεν αγία Παρασκευή θεωρείται από τους χριστιανούς ως προστάτιδα των ματιών και των τυφλών, ο δε αυτοκράτορας διέταξε να πάψουν οι διωγμοί κατά των χριστιανών και άφησε ελεύθερη την αθλήτρια του Χριστού.

Η Παρασκευή διαδίδει τη χριστιανική πίστη σε άλλες περιοχές

Ύστερα από το γεγονός τούτο η φλογερή Ιεραπόστολος Παρασκευή επεξέτεινε τη δράση της σε άλλες περιοχές, πέρα της Ρώμης. Στο μεταξύ είχε πεθάνει ο Αντωνίνος και στο θρόνο της κοσμοκράτειρας Ρώμης ανέβηκε ο Μάρκος Αυρήλιος. Νέοι διωγμοί ξέσπασαν κατά των χριστιανών. Κυνηγημένη από το σκληρό αυτοκρατορικό περιβάλλον και τους φανατικούς ειδωλολάτρες της Ρώμης, φυγαδευμένη ταξίδεψε με ένα χριστιανικό πλοίο και αποβιβάστηκε στα παράλια της Ηπείρου, που ήταν τότε Ρωμαϊκή επαρχία, όπως όλη η Ελλάδα. Εκεί άκουσαν το κήρυγμά της και καλές, πονετικές οικογένειες την φιλοξένησαν και την φρόντισαν και για μεγάλο χρονικό διάστημα ανέπτυξε πάλι εκεί στην περιοχή του σημερινού Καναλακίου τις ίδιες χριστιανικές δραστηριότητές της. Προχωρώντας κυνηγημένη προς τις εσωτερικές περιοχές και κηρύττοντας, τα άγια βήματά της την έφεραν στην περιοχή μας, στην πεδιάδα της Λάμαρης…

Καταδιωκόμενη από ειδωλολάτρες και από τους φανατικούς διορισμένους έπαρχους και διοικητές του Ρωμαίου αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου λέγεται, ότι όταν η Αγία μας βρέθηκε σε κάποια πόλη της Ελλάδας, στην οποία διοικητής ήταν ο Ασκληπιός συνελήφθη και οδηγήθηκε ενώπιόν του, για να δικαστεί, επειδή κήρυττε αντίθετη προς των ειδολολατρών πίστη.

Απαλλάσσει μια πόλη από το φοβερό δράκοντα

Ο Ασκληπιός έδωσε εντολή να μεταφέρουν την ομολογήτρια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού στο μεγάλο και φοβερό δράκοντα που έμενε έξω από την πόλη και ήταν ο φόβος και ο τρόμος των κατοίκων. Σ αυτόν έριχναν για τροφή τους καταδίκους και τους χριστιανούς.

Όταν η Αγία πλησίασε στο σημείο που έμενε ο δράκοντας, εκείνος βρυχήθηκε άγρια και έβγαλε από τα ρουθούνια του καπνό και φλόγες από το στόμα του, σα να ήθελε να την καταπιεί. Εκείνη όμως του είπε αυστηρά: «Θηρίο πονηρό, ήρθε η ώρα του αφανισμού σου, γιατί πολλούς μέχρι τώρα κατασπάραξες χωρίς λόγο». Και μόλις έκανε το σημείο του σταυρού και φύσηξε προς τον δράκοντα, ώ του παραδόξου θαύματος!

Ο τρομερός εκείνος δράκοντας σφύριξε δυνατά στριφογύρισε γύρω από τον εαυτό του και άνοιξε στα δύο! Το μέγα τούτο Θαύμα συγκλόνισε τον Ασκληπιό, τους άλλους αξιωματούχους και το πλήθος, που παρακολουθούσε τα γενόμενα. Και συνετέλεσε στο να πιστέψουν στο Θεό της Αγίας Παρασκευής και αργότερα να βαπτισθούν.

Νέοι βασανισμοί με εντολή του Ταρασίου

Η Αγία συνέχισε το έργο της και έφθασε στην περιοχή Τεμπών, διοικητής της οποίας ήταν ο Ταράσιος. Χωρίς να χάνει χρόνο άρχισε να μιλάει για τον Ιησού Χριστό και να προσελκύει κοντά της τούς καλοπροαίρετους εθνικούς. Σύντομα το νέο έφτασε στ’ αυτιά και του Ταρασίου, που έδωσε εντολή να την συλλάβουν. Διέταξε να γεμίσουν ένα μεγάλο χάλκινο δοχείο με λάδι, πίσσα, και μόλυβδο. Να βάλουν από κάτω δυνατή φωτιά και όταν αρχίσει να κοχλάζει το μίγμα, να ρίξουν μέσα την αγία Παρασκευή. Πράγμα που έγινε αμέσως. Αλλά ο Θεός έκανε και πάλι θαύμα μέγα, έστειλε τον άγγελο του και τη μεν φλόγα έσβησε τελείως, τα δε κοχλάζοντα τρία στοιχεία του μίγματος τα έκανε πιο κρύα από το νερό.

Κι ενώ αρκετοί από τους παρόντες ομολογούσαν πίστη στο Θεό της Αγίας, ο σκληρόκαρδος Ταράσιος έδωσε εντολή στους στρατιώτες του να συνεχίσουν με το βασανιστήριο του τανύσματος. Την κάρφωσαν στο δάπεδο με τεντωμένα τα τέσσερα άκρα της και τοποθέτησαν επάνω στο στήθος της βαριά πλάκα!

Κι ενώ η οσιοπαρθενομάρτυς υπέμεινε και προσευχόταν, «φάνηκε και στράφηκε προς αυτήν ο Χριστός», καθώς αναφέρει ο Συναξαριστής, δορυφορούμενος από πλήθος αγγέλων και αρχαγγέλων και της είπε: «Χαίρε, Παρασκευή, καλιπάρθενε. Μη δειλιάσεις στα βασανιστήρια, γιατί η Χάρη μου θα είναι μαζί σου, για να σε σώζει από κάθε πειρασμό. Δείξε λίγη υπομονή ακόμη και θα έρθεις στην αιώνια βασιλεία, κοντά μου». Και λέγοντας αυτά, θεράπευσε τις πληγές της και την απελευθέρωσε από τα δεσμά της.

Το επόμενο πρωί οδήγησαν και πάλι την Αγία ενώπιον του Ταρασίου. Έκπληκτος εκείνος, όταν την αντίκρυσε υγιή, απέδωσε την επούλωση των πληγών της στους θεούς των Ρωμαίων και την κάλεσε να προσέλθει στο ναό τους, να τους προσκυνήσει και να λάβει μεγάλες δωρεές από τον ίδιο. Η Παρασκευή του απάντησε: «Δεν μου έδωσαν την υγεία οι θεοί σου, οι ψεύτικοι και ανύπαρκτοι, αλλά ο Χριστός, ο μόνος αληθινός Θεός, στον όποιο πιστεύω και αυτόν λατρεύω». Έπειτα δέχθηκε να μεταβούν μαζί στο ναό των ειδώλων.

Τους ακολούθησαν πολλοί αξιωματούχοι και πλήθος εθνικών, νομίζοντας ότι η Παρασκευή θα πρόσφερε θυμίαμα στα είδωλα. Όμως διαψεύσθηκαν!

Πέφτουν και συντρίβονται τα είδωλα

Μόλις μπήκαν στο ναό, η Αγία απευθυνόμενη προς το είδωλο του Απόλλωνα, έκανε το σημείο του σταυρού. Το δαιμόνιο που βρισκόταν μέσα στο άγαλμα, φώναξε δυνατά:

«Δεν είμαι εγώ θεός, ούτε και κανένας άλλος από μας. Μόνος αληθινός Θεός είναι αυτός που κηρύττει η Παρασκευή». Και στη στιγμή όλα τα είδωλα, που βρίσκονταν στο ναό κατέπεσαν και συντρίφτηκαν στο δάπεδο. Αγανακτισμένοι οι ιερείς των ειδώλων όρμησαν κατά της Αγίας και σπρώχνοντας την, την έβγαλαν έξω από το ναό, ζητώντας από τον Ταράσιο να δώσει τέρμα στη ζωή της, για να μη προξενηθεί μεγαλύτερο κακό στην εθνική θρησκεία. Πράγματι, ο Ταράσιος έβγαλε αμέσως διαταγή για τον αποκεφαλισμό της.

Εκτέλεση με ξίφος

Οι στρατιώτες πήραν μαζί τους την καλλιπάρθενο αθλήτρια του Χριστού Παρασκευή και την οδήγησαν έξω από την πόλη για να την αποκεφαλίσουν. Εκείνη, όταν έφτασαν στο καθορισμένο σημείο, ζήτησε να της επιτρέψουν να προσευχηθεί στον ουράνιο Νυμφίο της. Κι ενώ προσευχόταν, παραδίδεται- λέγεται -, ότι ακούστηκε φωνή μυστηριώδης από τους ουρανούς που έλεγε: «Άκουσα την προσευχή σου, Παρασκευή, και θα γίνει αυτό που ζήτησες». Η οσιομάρτυς έσκυψε το κεφάλι της με πνευματική χαρά και αποκεφαλίστηκε από έναν στρατιώτη. Και η μεν ψυχή της ανήλθε στους ουρανούς, το δε τίμιο και αγιασμένο διά των
μαρτυρίων σώμα παρέλαβαν κάποιοι από τους χριστιανούς και το έθαψαν με τιμή και ευλάβεια. Ο Θεός όμως, βραβεύοντας την οσιομάρτυρα αγία Παρασκευή, έδωσε και γίνονταν θαύματα σε πολλούς που προσέρχονταν στον τάφο της με πίστη και επικαλούνταν τη χάρη της.


Το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής της Λαμαρίτισσας - Σαν διήγημα -

Υπάρχουν αρκετές διαφορετικές μαρτυρίες μέχρι ποια περιοχή της Ελλάδας- επαρχία τότε της Ρώμης- έφτασε και σε ποιο μέρος θανατώθηκε. Ένα όμως είναι σίγουρο και βέβαιο ότι βασανίστηκε σκληρά και εκτελέστηκε με αποκεφαλισμό. Επίσης, ότι η Αγία Παρασκευή πέρασε και δίδαξε εδώ στην πεδιάδα της Λάμαρης, στη δική μας περιοχή, που απλώνεται από τα ριζά των δικών μας πλαγιών του Ζαλόγγου και φτάνει κάτω την Πρέβεζα και πέρα στις δαντελωτές ακρογιαλιές του Αμβρακικού και του απλωμένου Ιονίου και μέχρι πέρα στις περιοχές της Άρτας. Έμεινε αρκετό καιρό η Παρασκευή διδάσκοντας, ιεραποστολώντας και διακονώντας στη γύρω περιοχή. Εδώ στο δικό της λόφο του κάμπου μας έμεινε αρκετά, έδωσε ελπίδα στους βασανισμένους και ταλαιπωρημένους από τις λεηλασίες και τις αρπαγές, γαλήνεψε τις καρδιές τους, που πρόθυμα δέχτηκαν τα λόγια του κηρύγματός της. Οι αγώνες της και η ζωή της έγιναν φωτεινό παράδειγμα, τρόπος δικής τους ζωής. Μετά από καιρό, ξεκούραστη και ήρεμη ανακουφισμένη, προχώρησε προς το εσωτερικό της Ηπείρου και πολύ πιο πέραν αυτής…

Οι πολλές εκκλησίες και τα αμέτρητα εκκλησάκια σε όλη την περιοχή της Ηπείρου μαρτυρούν, ότι ο φλογερός χριστιανικός λόγος της νεαρής ακούραστης Παρασκευής βρήκε γόνιμο και καρπερό έδαφος στις καρδιές των κατοίκων των περιοχών που επισκέπτονταν περνώντας και τα χριστιανικά αισθήματά τους φούντωναν και οι βαπτισμένοι χριστιανοί καθημερινά πλήθυναν.

Έτσι, εξηγούνται οι πολλές εκκλησίες, οι Μονές και τα αμέτρητα λευκά ξωκλήσια στο πέρασμά της, στη χάρη και στη μνήμη της. Όπως συνέβη και με το δικό μας εκκλησάκι της Λάμαρης…Εδώ στην σημερινή Αγία Παρασκευή, πρώην κοινότητας Πολυβρύσου – Σεσόβου Δ.Δ Ωρωπού, που αργότερα οι κάτοικοι για τη Χάρη Της και στη μνήμη της έκτισαν εκκλησία, επάνω στον κεντρικό λόφο της περιοχής. Από τότε μέχρι και σήμερα ολόκληρη η περιοχή του κάμπου της πρώην κοινότητας Πολυβρύσου ονομάστηκε και προφορικά, αλλά και στα επίσημα χαρτιά και τους χάρτες, Αγία Παρασκευή.

Εκεί ολόγυρα ήταν αρχαίο χωριό προκομένο, γιατί ήταν σε καλή τοποθεσία σε πέρασμα και δίπλα από τη φημισμένη Κασσιόπη και τις μικρότερες πόλεις Ελάτρεια και Ωρωπό. Ακόμη απέναντί της –εκκλησίας- σώζονται εγκαταλειμμένα, παραμελημένα και κατεστραμμένα τα ερείπια της ακρόπολης του αρχαίου αυτού χωριού, γνωστής μεταγενέστερα με το όνομα «Τα Λιθάρια τα Ελληνικά», στα ριζά της πλαγιάς του βουνού.

Το αρχαίο αυτό χωριό και κτήτορας της εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής ακολούθησε την τύχη των γειτονικών πόλεων επί Αιμιλίου Παύλου και κατοικείτο μόνο κατά διαστήματα από μικρούς συνοικισμούς με διάφορα ονόματα ή μεμονωμένα σπίτια- στάνες. Επί τουρκοκρατίας ο μικρός συνοικισμός μεταφέρθηκε στην άλλη πλευρά τής πλαγιάς και ανήκε στο μοναστήρι του Αϊ Ταξιάρχη – Ζαλόγγου. Και τα αρπαγμένα κτήματά τους από τους μπέηδες και τους πασάδες μοιράστηκαν, μετά την απελευθέρωση στους επί αιώνες δικαιούχους, με κρατικές διανομές. Και στο κέντρο του κάμπου το λευκό απλό εκκλησάκι, ο σύντροφός τους, ανοιχτό σε όλους τους επισκέπτες του και σε όλες τις καρδιές…

Λένε, ότι από την πρώτη ανέγερσή του η πόρτα του δεν κλειδώθηκε ποτέ και κλειδί δεν υπάρχει. Ανοιχτό σε όλους, όλες τις περασμένες εποχές και σε όλες τις επισκέψεις και δεν ήταν μόνο εκκλησία αλλά ανοιχτό σπίτι φιλόξενο, αποκούμπι και καταφύγιο.

Το εκκλησάκι αυτό καταστράφηκε πολλές φορές και κυρίως στην περίοδο της τουρκοκρατίας και ακολουθούσε την τύχη της Ιεράς Μονής του Αϊ Ταξιάρχη επάνω στην κορυφή του Ζαλόγγου και είχαν στενή σχέση, επειδή κι ετούτο θεωρείτο ορμητήριο και καταφύγιο αγωνιστών και επειδή τα γόνιμα χωράφια ολόγυρα είχαν γίνει στόχος των τούρκων μπέηδων και πασάδων, εξ αιτίας της κρατούσας τότε κατάστασης των Βακούφικων. Το υποστήριζαν αυτό με βεβαιότητα μάλιστα ανά καιρούς, γιατί όταν οι κατακτητές έκαψαν το πλούσιο μοναστήρι του Ζαλόγγου, λέγεται, ότι στο εξωκλήσι μας εδώ ήρθαν, εγκαταστάθηκαν και έμειναν για μεγάλο διάστημα οι καλόγεροι του καμένου επάνω μοναστηριού… Εθεωρείτο η Αγία Παρασκευή του κάμπου, μετόχι του ονομαστού μοναστηριού.

Οι κάτοικοι του χωριού επειδή ευλαβούνταν την Αγία Παρασκευή ιδιαίτερα, κατά διαστήματα επισκεύαζαν το ξωκλήσι τους, όταν καιγόταν.

Αργότερα κάποτε κατέφυγε νύχτα διωκόμενος προσκυνητής στο καταστραμμένο εκκλησάκι πληγωμένος στο πρόσωπο σε συμπλοκή με Τούρκικο απόσπασμα ο πρωτοκλέφτης του Σεσόβου - Πολυβρύσου και αρματολός του Βάλτου Νικολός Τζουβάρας - και δεν έβλεπε σχεδόν καθόλου -, οι σύντροφοί του αφού καθάρισαν τις βαθιές πληγές του, τις άλειψαν με το λάδι των καντηλιών. Εκείνες έγιαναν και οι ικέτες κυνηγημένοι προσκυνητές πρόφτασαν τα ξημερώματα να φύγουν.

Ο Νικολός δεν ξέχασε τη θαυματουργή βοήθεια της Μεγαλομάρτυρας, ξανάφτιαξε από τα θεμέλια το κτήριο γερό και από τότε δεν ξανακάηκε ποτέ, μόνο φθορές πάθαινε. Και λένε ότι συγχρόνως με δικά του έξοδα έφτιαξε και την εκκλησία στο χωριό Κανάλι στη Χάρη Της.

Από τότε ήταν το αγαπημένο εκκλησάκι μας, ήταν η αγαπημένη εκκλησία μας, δεμένη με τους κατοίκους, με τις χαρές, τις γιορτές μας, με τις πίκρες και τις λύπες μας! Ήταν η Αγία Παρασκευή μας στο λοφάκι επάνω, που φαίνονταν απ’ όλα τα χωράφια και τις στάνες μας.

Η στέγη της εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής μας, της «Λαμαρίτισσας», όπως τη λέγαμε από τα χωράφια μας, που ήταν στην πεδιάδα Λάμαρη, ήταν πάντα το ασφαλές καταφύγιο, για τους κατατρεγμένους και τους κυνηγημένους, για τους άστεγους και αδυνάτους, για όλους ντόπιους και ξένους…

Εκεί, στρέφονταν οι ζευγολάτες για να κάνουν το σταυρό τους πριν ξεκινήσουν το όργωμα της σποράς, μουρμουρίζοντας: «Άντε καλή σπορά, μεγάλη η Χάρη Σου Αγία μας, δώσε μας δύναμη και αντοχή σε μας και στα καματερά μας»…Εκεί, στρέφονταν και έκαναν το σταυρό και το μεσημέρι, όταν σταματούσαν να πάρουν μια χαψιά ξερό ευλογημένο ψωμί αυτοί και τα ζωντανά τους…Εκεί, στρέφονταν και το βράδυ στο τελείωμα της μέρας και ευχαριστούσαν την αθλοφόρο άγια κόρη!

Εκεί, κατέφταναν ολόκληρες οικογένειες, ύστερα από πολυήμερες νηστείες, από κοντινά και μακρινά μέρη να κοιμηθούν μέσα στον ιερό τόπο, να προσευχηθούν και τα ζητήσουν τη Χάρη Της για υγεία και μακροημέρευση δικού τους αρρώστου, αγαπημένου. Και επέστρεφαν πάλι χαρούμενοι και χτυπούσαν την καμπάνα γρήγορα και δυνατά από χαρά, να το διαλαλήσει ολόγυρα και πέρα, ότι έγινε το θαύμα, έγιανε ο αγαπημένος τους και είναι καλά τώρα. «Κι άλλος έγινε καλά έλεγαν μεταξύ τους οι ντόπιοι ακούγοντας την καμπάνα»…Ανοιχτή και στον περαστικό διαβάτη στον κάματο του καλοκαιριού, να μπει μέσα για να δροσιστεί και να καθίσει έξω στο πεζούλι στον ίσκιο της ελιάς.

Αλλά και στις βροχερές μέρες και στον παγετό του χειμώνα εκεί, εύρισκαν στέγη για να προφυλαχτούν οι ταλαιπωρημένοι από το αγιάζι βοσκοί, χωρίς φόβο. Εκεί, στη γωνία άναβαν θαρρετά φωτιά για να ζεσταθούν και να απαγκιάσουν…

Και τα αγόρια που τελείωναν το Δημοτικό και δεν πήγαιναν να συνεχίσουν στο μακρινό Γυμνάσιο της πόλης και νωρίς και πρώιμα έπρεπε να αντρώσουν, κι πριν οι περισσότεροι πάρουν άλλους μακρινούς δρόμους, ο πατέρας τους, τούς χάριζε-φόρτωνε ένα κοπάδι ζωντανά, - κυρίως πρόβατα -, τα δειλινά μαζεύονταν δίπλα της, στη «Ράχη του Βούκολα», για να παίξουν όλα μαζί. Δεν άργησαν ν’ ανακαλύψουν την μπάλα… Αυτή με τη σαμπρέλα, με λαιμό και κορδόνια και όταν έπρεπε να τη φουσκώνουν με το στόμα, γιατί δεν είχαν ακόμη τρόμπα, εκεί γύριζαν εκείνα κάνοντας το σταυρό τους για να τους δώσει δύναμη στα πνευμόνια η Αγία. Και για να μην αργοπορούν στο μάζεμά τους εκεί, χτυπούσε ο πρώτος που έφτανε την καμπάνα και έτσι συγχρονίζονταν. Αυτό το είχε αναλάβει ο αδερφός μου ο Χρήστος, που ήταν ο οργανωτής και ο υποκινητής – μας «έφυγε» πρόσφατα βιαστικά-. Και ολόγυρα τα κοπάδια, που βοσκούσαν παράκαιρα οδηγημένα στο απέραντο «Βοϊδολίβαδο», ηρεμούσαν με τα σφυρίγματα του μικροτσέλιγκα ποδοσφαιριστή…Και ήταν όνειρο να τους βλέπεις να παίζουν με ζήλο αμέριμνα, μπροστά από το σπίτι της λατρεμένης τους Αγίας…Και από απέξω ο μπάρμπας μου ο Σήφης, ένας καλοκάγαθος τίμιος, σεμνός και αγαπητός μεσήλικας νοικοκύρης, γείτονας της εκκλησίας, σε κάθε γκολ που έμπαινε, πανηγύριζε φωνάζοντας δυνατά με ενθουσιασμό και κουνώντας την γκλίτσα του: «Γκολ, ωρέ γκολ»…Και δεν ήξερες αν πραγματικά πανηγύριζε για το γκολ ή αν με σαρκασμό, διαμαρτύρονταν και κακοχαρακτήριζε την καινούρια κατάσταση που προέκυψε τώρα, με το ζήλο και το ενδιαφέρον των παιδιών για την μπάλα, αφήνοντας τα ζωντανά τους μισοχορτάτα…

Και τα καλοκαίρια, περισσότερο, τα ίδια εκείνα παιδιά, έβλεπαν με τα μάτια τους έξω στο προαύλιο να περπατάει ολόγυρα η Αγία τους και να χάνεται….Και αργά τη νύχτα οι νέοι, αλλά και οι μεγαλύτεροι, που συνόδευαν τα κοπάδια τους στη βοσκή, στις βραδιές με έναστρο ουρανό, ανέβαιναν στα ψηλώματα και στις ράχες και αγνάντευαν εκεί πέρα στην εκκλησία, να αξιωθούν πάλι να την δουν και να δουν τα αναμμένα καντήλια…Και καμάρωναν όλοι για την τιμή και την πίστη τους, γιατί έλεγαν οι μεγαλύτεροι, ότι όσοι έχουν πίστη μπορούν να την βλέπουν εκεί στην εκκλησία Της, ολόγυρα. Κανένας δεν «τόλμαγε» να τους αμφισβητήσει! Εμείς οι μικρότεροι ζηλεύαμε και θέλαμε να πάμε κι εμείς στη Λάμαρη, «να δούμε την Αγία Παρασκευή τη νύχτα στην εκκλησία, Της». Και οι γυναίκες την είχαν δει και την έβλεπαν εκεί πάνω στο εικονοστάσι, ψηλά στην πλαγιά…Και συχνά τις νύχτες έβλεπαν το καντηλάκι του εκεί αναμμένο. Και αυτό επαναλαμβανόταν σε όλες τις γενιές του χωριού μας. Έβλεπαν τη δική τους Αγία…Τόσο απλά, τόσο ταπεινά!

Στα δύστυχα χρόνια της Κατοχής εκεί, καταφθάνανε πεινασμένες και ταλαιπωρημένες οικογένειες από τη γύρω περιοχή, αλλά και από μακρινές περιοχές, για να ζεστάνουν μέσα της τα παγωμένα σώματά τους και τις απελπισμένες καρδιές τους. Και οι φιλόξενοι, ελεήμονες και καλοκάγαθοι χωριανοί μας, τούς πρόσφεραν και μοιράζονταν μαζί τους, ότι είχαν.

Και οι κυνηγημένοι από κατοχικά ιταλικά αποσπάσματα εκεί μέσα κρύβονταν, για να γλυτώσουν, καθώς οι στρατιώτες διώκτες δεν έμπαιναν μέσα, επειδή και οι καθολικοί τιμούν, σέβονται και αισθάνονται μεγάλη ευλάβεια, για την συμπατριώτισσά του Αγία…

Προς τα εκεί, στο εκκλησάκι της Αγίας κοίταζαν πριν ξεκινήσουν το θέρισμα οι γυναίκες, με τα δρεπάνια στα χέρια, να την παρακαλέσουν να τους δώσει δύναμη και κουράγιο για τον κουραστικό θερισμό των χωραφιών και όταν σωνόταν η κουραστική μέρα δεν ξεχνούσαν να την ευχαριστήσουν, κάνοντας σεμνά το σταυρό τους.

Εκεί, πήγαιναν και πηγαίνουν πρόθυμα οι γυναίκες όλων των ηλικιών να καθαρίσουν, να συγυρίσουν και να φροντίσουν αυτό το άγιο καταφύγιο της περιοχής. Και φεύγοντας ανάβοντας το κεράκι τους και τα ταπεινά καντήλια της ένιωθαν αγαλλίαση στην καρδιά τους ηρεμία στην ψυχή τους.

Και την ίδια αγαλλίαση και ηρεμία νιώθουν όπως και τώρα, όπως ομολογούν όσοι επισκέπτονται για οποιοδήποτε λόγο το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής εκεί στη Λάμαρη, κι ας μην έχει τη ζωντάνια που είχε παλιότερα και ας μην συναντάς πολλούς εργάτες της γης και παράξενο, μόλις φτάνεις στην είσοδο θέλεις με χαρά να χτυπήσεις την μικρή γλυκόφωνη καμπάνα, θέλεις να διαλαλήσεις την πίστη σου και τη χαρά σου…και αυτός ο γλυκόλαλος ήχος της καμπάνας της Αγίας Παρασκευής, σε ακολουθεί όπου κι αν πας, εδώ ή μακρύτερα, εδώ στην πατρίδα ή έξω! Με νοσταλγία θα ακούς κατάκαρδα τον ήχο της, νταν – νταν - νταν και θα παίρνεις ελπίδα και δύναμη. Θα είναι ο σύνδεσμός σου με την περιοχή της, εδώ…

Κάτω από τη σκέπη της, έφτανε η χαροκαμένη μάνα να κλάψει για το χαμένο στις μάχες μοναχογιό της και να ζητήσει από Εκείνη παρηγοριά. Εκείνη ζήτησε και η φτωχή χήρα, εκεί εύρισκε την ελπίδα της να παλέψει…Εκεί και ο φτωχός πατέρας για την αγωνιώδη έγνοια του ξενιτεμένου παιδιού του. Εκεί και οι απελπισμένοι νέοι για να ξεπεράσουν τα στραβοπατήματα της ζωής τους…Σ’ αυτό κατέφευγε και η μοναχή και έρημη γριούλα για λίγη συντροφιά…Και τους δεχόταν όλους η αγκαλιά Της, η μεγάλη ζεστή αγκαλιά της Αγίας και ας μην είχαν το νόμισμα για το κεράκι της.

Μπροστά στην αυλή της, κάτω από την πανύψηλη βελανιδιά με τα θεόρατα απλωμένα κλωνάρια της, που μαύριζαν από τις αμέτρητες κατάμαυρες κουρούνες, που κακάριζαν ασταμάτητα τα μεσημέρια, ξεκουράζονταν και δροσίζονταν με το νερό του πηγαδιού της. Εκεί κατευθύνονταν οι άντρες και οι νεαροί του χωριού για να τραβήξουν και να πάρουν νερό από το αστείρευτο πέτρινο πηγάδι, πηγή ζωής του κάμπου…

Και τώρα φτάνουν συντροφιά περπατώντας κάθε απόγευμα όλες τις εποχές Ωρωπιώτισσες να συγυρίσουν, να ανάψουν τα καντήλια στη Χάρη Της και να στείλουν τις πρεσβείες τους στη μητέρα Παναγία μας.

Και κατά το δειλινό παρέες νεαρών, αγόρια και κορίτσια περπατώντας αμέριμνα, γεμάτοι όνειρα φτάνουν εκεί και κάθονται στο πεζούλι απέξω και αγναντεύουν πέρα εκεί που σμίγει ο απλωτός κάμπος με τη θάλασσα, εκεί που σμίγουν τα βουνά με τον βαμμένο και πολύχρωμο ουρανό το ηλιοβασίλεμα, στο ίδιο εκεί, που κάθισε ο Κώστας Κρυστάλης, έφηβος τότε, πριν την περιπέτεια της καταδίωξης και του ξενιτεμού του. Αγναντεύοντας ο ίδιος από εκεί, μαγεύτηκε από το ίδιο αυτό ηλιοβασίλεμα του Ιονίου και εμπνεύστηκε το γνωστό ποίημα…Και οι νέοι πλήρεις αγαλλίασης και ρομαντισμού, ψιθυρίζουν αλληλοσυμπληρώνοντας τους στίχους του, που τους έρχονται εκείνη την ώρα στο νου:
«Πίσω από μακρινές κορφές ο ήλιος βασιλεύει,
και τ’ ουρανού τα σύνορα, χίλιες μορφές αλλάζουν,
πράσινες, κόκκινες, ξανθές, ολόχρυσες γαλάζιες,
κι ανάμεσά τους σκάει λαμπρός, λαμπρός ο Αποσπερίτης.
Την πύρη του καλοκαιριού την σβηεί γλυκό αγεράκι,
που κατεβάζουν τα βουνά, που φέρνουν τ’ ακρογιάλια»…
Πόσα ακόμη δεν θα μπορούσαμε να θυμηθούμε και να πούμε, για το εκκλησάκι αυτό και την Αγία, που τη μνήμη Της ευλαβώς τιμούμε! Θα μπορούσαν πολύ καλύτερα από εμένα για Αυτή, οι φωτισμένοι κληρικοί μας να μιλήσουν και σίγουρα εγώ την αδικώ, αλλά νιώθω μεγάλη επιθυμία και υποχρέωσή μου…Συχνά και τα δικά μου βήματα επισκέπτονται το άγιο και τιμημένο αυτό μέρος, το ίδιο που το περπάτησαν και το έβρεξαν με τον ιδρώτα και τα δάκρυά τους οι πανάξιοι γονείς μας και τα αξέχαστα αδέρφια μας κι αγναντεύοντας ολόγυρα τα γνώριμα μέρη, έρχονται στο νου μου όλες αυτές οι αξέχαστες μορφές, όλοι οι γνώριμοι ήχοι στα αυτιά μου και όλες εκείνες οι γεύσεις που μας τάισαν και μας μεγάλωσαν, να όπως πίσω και παρακάτω από το ιερό, η λιβανή συκιά που μας χόρταινε με τα εύγεστα γλυκύτατα σύκα της…Και με νοσταλγία πόνο και θαυμασμό ψιθυρίζω για πολλή ώρα, όταν επισκέπτης πηγαίνω εκεί, τους απλούς αλλά γλυκύτατους, ζωντανούς και φωτεινούς και πανάξια εμπνευσμένους στίχους, του θαυμάσιου και βραβευμένου ποιητή μας, Οδυσσέα Ελύτη:
Εσείς στεριές και θάλασσες τ’ αμπέλια κι οι χρυσές ελιές ακούτε τα χαμπέρια μου μέσα στα μεσημέρια μου.
«Σ’ όλους τους τόπους κι αν γυρνώ μόνον ετούτον αγαπώ»…

Αλήθεια πόσοι και πόσοι φλογεροί παπάδες, δεν ιερούργησαν πάνω στο απλό, αλλά πανάγιο θυσιαστήριο του ξωκλησιού μας, πόσες ταραγμένες ψυχές από καθημερινές αντιπαλότητες και χαζούς εγωισμούς δεν ηρέμησαν από τα θεόπνευστα λόγια τους! «Ειρήνη υμίν»… και ξύπναγε ο ταραγμένος νους του, αναριγούσε η καρδιά τους, επέστεφε η χαρά και η αγάπη…

Πόσες φορές στο «άνοιγμα της εκκλησίας», στα βαφτίσια και στους γάμους… σεμνοί και θεοσεβείς πρακτικοί ψαλτάδες δεν μας επικοινώνησαν νοερά με τον Ιησού Χριστό, τον Σωτήρα μας. «Πάσα πνοή αινεσάτω τον Κύριον»…και η ψυχή μας σκίρτησε από πίστη, και αγάπη! Πόσες φορές με κάλεσμα της ψυχής μας δεν μάς παρακίνησαν σε συνπροσευχή! «Αινείτε τον Κύριον»…και η καρδιά μας φτερούγισε και σκίρτησε ευλαβικά!

Τώρα νιώθουμε περηφάνεια και καμάρι που το απλό ανά τους αιώνες ξωκλήσι μας, η Αγία Παρασκευή, με τη μέριμνα, τη διακονία και τις προσπάθειες το εφημέριου του ναού, πατρός Χρήστου, που ακούραστα, αδιάκοπα, με θρησκευτικό ζήλο και ενθουσιασμό πανάξιος πρεσβύτερος της παλιάς ενορίας μας, σχεδόν ολοκληρώθηκε η ανέγερσή του και η αναπαλαίωσή του, και ευπρεπίστηκε εσωτερικά. Απομένει τώρα η ανάπλαση του αύλειου χώρου, απέξω.…

Με τις πρεσβείες και τη Χάρη της Αγίας μας και ο χώρος αυτός, που έχει κάπως διαμορφωθεί, θα ολοκληρωθεί οριστικά από το Δήμο μας, με πρόγραμμα και σχέδιο, ώστε να ταιριάζει και να δένει με το όλο περιβάλλον. Θα υλοποιηθεί το έργο αυτό με μέριμνα του Δημάρχου μας κ. Γεωργάκου και του Αντιδημάρχου μας, του Νίκου του Παγγέ και την συνεργασία του κοινοτικού συμβουλίου του χωριού μας. Έτσι, το κάποτε ερημοκλήσι μας να μετατραπεί σε χώρο Προσκυνηματικών επισκέψεων και να αποτελέσει την αρχή της αξιοποίησης όλης της περιοχής. Και μακάρι, Θεέ μου, ο ιερός και αγιασμένος με τη Χάρη Της να αποτελέσει αυτός το επίκεντρο πνευματικής εξέλιξης και πνευματικής ανύψωσης των πέριξ κατοίκων της περιοχής. Οι προϋποθέσεις υπάρχουν και απομένει η δική μας ομαδική επιθυμία και επιμονή. Μακάρι, Χριστέ μου, να μπορούσε μία φορά την εβδομάδα να τελείται σε μόνιμη βάση, απογευματινός εσπερινός, από τους ιερείς της γύρω περιοχής και με κήρυγμα από φωτισμένους πατέρες της Μονής. Και η αρχή να μπορούσε να γίνει από τον ίδιο τον Αρχιποιμενάρχη μας Σεβασμιώτατο κ. Χρυσόστομο!!!

- Όλα μπορούνε να πραγματοποιηθούν, αφού βοήθειά μας θα έχουμε την ομολογήτρια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, την καλλιπάρθενο Παρασκευή, γιατί έχει τη Χάρη Του! –

Αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι, το δειλινό της παραμονής της γιορτής της Αγίας Παρασκευή, στις 25 του μηνός και 7.30 μ.μ, ας πορευτούμε όλοι από παντού εκεί, να συμμετάσχουμε στον Πανηγυρικό Εσπερινό, να ανάψουμε ένα κεράκι στη Χάρη Της, ας πορευτούμε εκεί στο όμορφο εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής της Λαμαρίτισσας, απέξω από τον Ωρωπό, να γιορτάσουμε σεμνά και με ευλάβεια ψυχής, να μας δροσίσει το γλυκό ελαφρύ αεράκι που κατεβάζει τέτοια ώρα το βουνό μας και αν έχουμε χρόνο στο γυρισμό, ας καθίσουμε στο χωριό μας τον Ωρωπό, για ένα δροσερό ποτό στα όμορφα μαγαζιά του και οι φιλόξενοι καλοσυνάτοι άνθρωποί τους, θα μας περιποιηθούν με χαρά. Και ανήμερα, με την πρωινή αύρα, ας παραβρεθούμε στην Πανηγυρική Θεία Λειτουργία του, να τιμήσουμε ευλαβικά την Οσιομάρτυρα, να ανανεώσουμε την πίστη μας, να εφοδιαστούμε με νέες ελπίδες και αισιόδοξα όνειρα και ταπεινά να ζητήσουμε τη Χάρη Της, που πλουσιοπάροχα της χάρισε ο Κύριος, και τη μεσολάβησή Της να μας χαρίζει και εμάς Εκείνος, δύναμη, αγάπη, πνευματική χαρά και μαζί με τους παπάδες και τους ψάλτες, ας σιγοψάλουμε το απολυτίκιό Της: «Την σπουδήν σου τη κλήσει κατάλληλον, εργασαμένη φερώνυνε, την ομονυμόν σου πίστιν εις κατοικίαν κεκλήρωσαι, Παρασκευή αθλοφόρε. Όθεν προχέεις ιάματα και πρεσβεύεις υπέρ ψυχών ημών».

Χρόνια πολλά
Λεωνίδας Κακιούζης
Συν/χος Δάσκαλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου